Πόσο απέχουμε πραγματικά από το τέλος της επιδημίας HIV;

Του Γιώργου Γαλανόπουλου, Ιατρικού Διευθυντή Gilead Sciences Ελλάδος, Κύπρου & European Distributor Markets
Η λοίμωξη από τον HIV παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο δυναμικές και πολυσύνθετες επιδημίες της σύγχρονης ιστορίας.
Παρά τις τεράστιες επιστημονικές προόδους, που άλλαξαν ριζικά τη φυσική πορεία της νόσου, ο δρόμος μέχρι τον τερματισμό της επιδημίας δεν είναι ούτε ευθύς ούτε δεδομένος.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) και το UNAIDS έχουν θέσει έναν εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο: την εξάλειψη της επιδημίας HIV έως το 2030. Η πρόληψη, η καθολική πρόσβαση στη θεραπεία και η αντιμετώπιση του στιγματισμού αποτελούν τους τρεις πυλώνες αυτής της στρατηγικής.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν διεθνείς επιστήμονες και οργανισμοί, η πραγματικότητα παραμένει πιο περίπλοκη. Η πρόοδος είναι μεν σημαντική, αλλά δεν είναι αυτονόητο ότι θα οδηγήσει γραμμικά στην οριστική λήξη της επιδημίας. Η επίτευξη του στόχου αυτού απαιτεί πολιτική βούληση και οικονομική επένδυση που σήμερα δεν θεωρούνται αυτονόητες.
Πώς η επιστήμη μετέτρεψε τον HIV σε διαχειρίσιμη νόσο
Η εισαγωγή της αντιρετροϊκής θεραπείας (ART) και αργότερα της Υψηλής Δραστικότητας Αντιρετροϊκής Θεραπείας (HAART) αποτέλεσε σημείο καμπής στην ιστορία του HIV. Η νόσος μετατράπηκε από θανατηφόρα σε χρόνια, από φόβο σε αντιμετωπίσιμη πραγματικότητα. Σήμερα, όσοι ακολουθούν σωστά τη θεραπεία μπορούν να επιτύχουν μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο – και να μην μεταδίδουν τον ιό.
Παράλληλα, η προφύλαξη πριν την έκθεση (PrEP) έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία δημόσιας υγείας. Σε πληθυσμούς όπου εφαρμόστηκε συστηματικά, τα νέα κρούσματα μειώθηκαν αισθητά. Η PrEP δεν είναι απλώς μια ιατρική πρακτική· είναι μια στρατηγική ενδυνάμωσης και προστασίας.
Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται η πρόοδος στις διαγνωστικές τεχνολογίες. Τα σύγχρονα τεστ εντοπίζουν τον HIV πολύ νωρίτερα από ό,τι στο παρελθόν, ενώ η άμεση έναρξη θεραπείας μετά τη διάγνωση προστατεύει τόσο την υγεία του ατόμου όσο και τις κοινότητες, μειώνοντας ουσιαστικά τη διασπορά.
Η επιστήμη –μέσω θεραπείας, πρόληψης και διάγνωσης– έχει πλέον τα εργαλεία για να οδηγήσει την επιδημία σε πτωτική τροχιά.
Το «άλλο μισό» της επιδημίας: στίγμα, ανισότητες και πολιτική αστάθεια
Παρά τις εντυπωσιακές ιατρικές δυνατότητες, η επιδημία HIV δεν περιορίζεται μόνο σε εργαστηριακά δεδομένα. Τα μεγαλύτερα εμπόδια συχνά εντοπίζονται έξω από τα νοσοκομεία.
Το στίγμα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς ανασταλτικούς παράγοντες. Η λανθασμένη εικόνα που συνοδεύει τον HIV κρατά πολλούς ανθρώπους μακριά από τον έλεγχο και τη θεραπεία. Σε αρκετές κοινωνίες, η παραπληροφόρηση και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις δημιουργούν περιβάλλον φόβου. Η έξαρση αντι-LGBTQ+ ρητορικής σε πολλές χώρες υπονομεύει την πρόληψη, καθώς στοχοποιεί κοινότητες που έχουν ανάγκη προστασίας και υποστήριξης.
Την ίδια στιγμή, η πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας παραμένει άνιση. Ευάλωτες ομάδες, όπως χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών, εργαζόμενοι στο σεξ και μετανάστες, συχνά βρίσκονται εκτός συστήματος φροντίδας.
Η φτώχεια και η κοινωνική περιθωριοποίηση λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές κινδύνου: όσο μειώνεται η πρόσβαση σε ενημέρωση και υπηρεσίες, τόσο αυξάνονται τα νέα περιστατικά.
Ακόμη και η έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης σε μερίδα επαγγελματιών υγείας –ακόμη και σε ανεπτυγμένα συστήματα– ενισχύει το πρόβλημα, δημιουργώντας εμπόδια στη σωστή καθοδήγηση, στη διάγνωση και στην παραπομπή σε θεραπεία.
Προστίθεται ακόμη ένας παράγοντας: η πρόσφατη αναστολή χρηματοδότησης για διεθνή προγράμματα HIV/AIDS εκτός ΗΠΑ.
Παρότι παρουσιάστηκε ως προσωρινό μέτρο, έχει ήδη επηρεάσει προγράμματα πρόληψης και θεραπείας σε χώρες που βασίζονταν σε αυτή τη στήριξη. Η «τρύπα» που δημιουργήθηκε δεν θα καλυφθεί εύκολα και οι συνέπειες ενδέχεται να φανούν για χρόνια.
Το τέλος της επιδημίας: ρεαλιστικός στόχος ή άπιαστο όνειρο;
Οι επιστήμονες συνεχίζουν να εργάζονται εντατικά. Οι έρευνες γύρω από τη γονιδιακή θεραπεία, την ανοσοθεραπεία και άλλες καινοτόμες προσεγγίσεις κρατούν ζωντανή την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα μιλάμε για λειτουργική ή ακόμη και πλήρη ίαση. Ωστόσο, ακόμη και τα πιο εξελιγμένα επιστημονικά εργαλεία δεν αρκούν από μόνα τους.
Το τέλος της επιδημίας HIV θα κριθεί σε τρία επίπεδα:
• στην κοινωνία, όπου πρέπει να σπάσει ο κύκλος του στιγματισμού και της παραπληροφόρησης,
• στην πολιτική, όπου απαιτείται σταθερή επένδυση και προτεραιοποίηση πόρων,
• στην υγειονομική ισότητα, ώστε όλοι –χωρίς αποκλεισμούς– να έχουν πρόσβαση στη φροντίδα.
Η επιστήμη έφερε την επιδημία στο κατώφλι του τέλους. Το αν θα περάσουμε την πόρτα, όμως, εξαρτάται από εμάς.
Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι απλώς εντυπωσιακή· είναι ιστορική. Αποδεικνύει ότι όταν η γνώση, η καινοτομία και η πολιτική βούληση συναντιούνται, μπορούν να αλλάξουν την πορεία ολόκληρων κοινωνιών.
Όμως για να μετατραπεί η επιτυχία της επιστήμης σε πραγματικό τερματισμό της επιδημίας, χρειάζεται κάτι περισσότερο από φάρμακα και τεχνολογία: χρειάζεται μια συλλογική απόφαση.
Να επενδύσουμε στην ενημέρωση, στην ισότιμη πρόσβαση, στην αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου — ανεξαρτήτως προέλευσης, ταυτότητας ή κοινωνικής θέσης. Να χτίσουμε συστήματα υγείας που δεν αφήνουν κανέναν πίσω.
Αν καταφέρουμε να κάνουμε αυτά τα βήματα, τότε το τέλος του HIV δεν θα είναι απλώς ένας διεθνής στόχος για το 2030· θα είναι η επόμενη μεγάλη, κοινή νίκη της ανθρωπότητας. Μια νίκη που θα δείξει τι μπορούμε να πετύχουμε όταν η επιστήμη προχωρά μπροστά και η κοινωνία επιλέγει να ακολουθήσει.





