Έρευνα: Υψηλή θνησιμότητα από καρκίνο για ανθρώπους που ζουν κοντά σε πυρηνικούς σταθμούς

Υψηλή θνησιμότητα από καρκίνο σε σύγκριση με όσους ανθρώπους ζουν μακριά από πυρηνικούς σταθμούς διαπιστώνει μεγάλη έρευνα του Χάρβαντ που πραγματοποιήθηκε με επικεφαλής Έλληνα καθηγητή.
«Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία», δηλώνει ο επικεφαλής της μελέτης η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Communications» καθηγητής Περιβαλλοντικής Υγείας και Ανθρώπινης Κατοίκησης στην έδρα Akira Yamaguchi του Χάρβαρντ, Πέτρος Κουτράκης.
Αφορμή για την πραγματοποίηση της έρευνας ήταν η διαπίστωση από ομάδα γιατρών ότι καταγραφόταν αυξημένος αριθμός καρκίνων στην κομητεία της Μασαχουσέτης, όπου λειτουργεί ένα πυρηνικό θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο.
Οι γιατροί ήρθαν σε επαφή με τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ για να διερευνηθεί αυτή η αύξηση.
Ο κ. Πέτρος Κουτράκης
ΑΠΕ
Η μελέτη του Χάρβαρντ είναι η πρώτη του 21ου αιώνα που αναλύει τη σχέση ανάμεσα στην εγγύτητα σε όλους τους πυρηνικούς σταθμούς στις ΗΠΑ και τη θνησιμότητα από καρκίνο.
«Μεγάλο μέρος της κατανόησής μας σχετικά με τις επιπτώσεις της ραδιενέργειας προέρχεται από διερεύνηση επαγγελματικού περιβάλλοντος και σημαντικών ραδιολογικών συμβάντων, όπως τα ατυχήματα σε πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, μεταξύ των οποίων στο Τσέρνομπιλ και τη Φουκουσίμα.
Ωστόσο, η έκθεση σε ραδιενέργεια στα σενάρια αυτά δεν είναι αντιπροσωπευτική των όσων βιώνει στην καθημερινότητά του ο γενικός πληθυσμός», εξηγεί στο Αθηναικό πρακτορείο ο κ. Κουτράκης.
Οι ερευνητές αναζήτησαν στοιχεία για τους πυρηνικούς σταθμούς σε όλες τις ΗΠΑ και τη θνησιμότητα από καρκίνο, κατά την περίοδο 2000-2018. Χρησιμοποίησαν προηγμένη στατιστική μοντελοποίηση που υπολόγισε τη σωρευτική επίδραση όλων των κοντινών πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας.
Τα στοιχεία για τις τοποθεσίες και τις περιόδους λειτουργίας των πυρηνικών σταθμών στις ΗΠΑ, καθώς και ορισμένων στον Καναδά, προήλθαν από την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ, ενώ τα δεδομένα θνησιμότητας από καρκίνο σε επίπεδο κομητείας αντλήθηκαν από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC).
Στα στατιστικά μοντέλα ελήφθησαν υπόψη πιθανοί παράγοντες που θα επηρέαζαν τα αποτελέσματα, όπως το μορφωτικό επίπεδο, το μέσο οικογενειακό εισόδημα, η φυλετική σύνθεση, η μέση θερμοκρασία και υγρασία, το ποσοστό καπνίσματος, ο δείκτης μάζας σώματος (BMI) και η απόσταση από το πλησιέστερο νοσοκομείο.
Τα συμπεράσματα της έρευνας
Όπως προέκυψε από την ανάλυση, οι κομητείες των ΗΠΑ που βρίσκονται πλησιέστερασε πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής εμφάνιζαν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο, ακόμη και μετά τον έλεγχο των κοινωνικοοικονομικών, περιβαλλοντικών και υγειονομικών παραγόντων.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης, περίπου 115.000 θάνατοι από καρκίνο στις ΗΠΑ (ή περίπου 6.400 ετησίως) οφείλονταν στην εγγύτητα σε πυρηνικούς σταθμούς.
Η συσχέτιση ήταν ισχυρότερη στους ηλικιωμένους. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα αποτελέσματα συνάδουν με προηγούμενη μελέτη τους στη Μασαχουσέτη, η οποία είχε εντοπίσει αυξημένη επίπτωση καρκίνου σε πληθυσμούς που ζούσαν πλησιέστερα σε πυρηνικούς σταθμούς.
Αύξηση σε τρία είδη καρκίνου
Η συγκεκριμένη δημοσίευση αναφέρεται σε όλους τους καρκίνους συνολικά. Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει ο κ. Κουτράκης μια δεύτερη έρευνα της ίδιας ομάδας, που θα δημοσιευθεί σύντομα στο περιοδικό «Journal of Exposure Science and Environmental Epidemiology» εντοπίζει αύξηση σε τρεις μορφές καρκίνου που έχουν και το μεγαλύτερο ποσοστό θνησιμότητας: τον καρκίνο του πνεύμονα και του παχέος εντέρου σε άνδρες και γυναίκες και τον καρκίνο του μαστού στις γυναίκες.
Επιπτώσεις έχουν εντοπιστεί και σε άλλους τύπους καρκίνου, που θα παρουσιαστούν σε μελλοντικές εργασίες. Τέλος, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η επίδραση των πυρηνικών σταθμών δεν αφορά μόνο στον καρκίνο. «Σε μελλοντικές ανακοινώσεις θα δείξουμε και επιπτώσεις στο κεντρικό και περιφερειακό νευρικό σύστημα και τις χρόνιες νεφρικές παθήσεις», προσθέτει ο ίδιος.
Αντίστοιχες μελέτες με παρόμοια αποτελέσματα έχει κάνει η ίδια ερευνητική ομάδα και στην Αγγλία και τη Νότια Κορέα, οι οποίες έχουν υποβληθεί για δημοσίευση.





