Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα αλλάζει την εξέλιξη του νοσήματος

Γράφει ο Κων/νος Νικ. Συρίγος, Καθηγητής Παθολογίας & Ογκολογίας, Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ
Ο καρκίνος του πνεύμονα παραμένει μία από τις πιο θανατηφόρες μορφές καρκίνου παγκοσμίως, κυρίως επειδή συχνά διαγιγνώσκεται σε προχωρημένο στάδιο.
Τα συμπτώματα εμφανίζονται αργά, όταν οι θεραπευτικές επιλογές έχουν ήδη περιοριστεί.
Σήμερα, όμως, η επιστημονική κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή: Η έγκαιρη διάγνωση δεν αποτελεί πλέον θεωρητική επιδίωξη, αλλά μια απολύτως εφικτή πραγματικότητα.
Η αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης (Low-Dose CT – LDCT) είναι το αποτελεσματικότερο εργαλείο για την πρώιμη ανίχνευση του καρκίνου του πνεύμονα. Πρόκειται για μια ταχεία εξέταση λίγων λεπτών, με σημαντικά μειωμένη ακτινοβολία σε σχέση με την κλασική αξονική, χωρίς συμβιβασμούς στην ποιότητα της εικόνας.
Είναι ιδανική για ετήσιο προσυμπτωματικό έλεγχο ατόμων υψηλού κινδύνου, όπως βαρείς ή πρώην καπνιστές. Η LDCT εντοπίζει μικρούς όζους και πρώιμες βλάβες που διαφορετικά θα παρέμεναν αδιάγνωστες, επιτρέποντας παρέμβαση σε αρχικά στάδια, όταν η νόσος είναι ακόμη χειρουργήσιμη και δυνητικά ιάσιμη. Μεγάλες διεθνείς μελέτες έχουν δείξει ότι ο συστηματικός έλεγχος με LDCT μειώνει τη θνησιμότητα έως και 20% σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου.
Παρά τα εντυπωσιακά αυτά δεδομένα, η εφαρμογή οργανωμένων προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου στη χώρα μας παραμένει περιορισμένη, κυρίως λόγω οικονομικών παραγόντων και ανεπαρκούς ενημέρωσης.
Στο άμεσο μέλλον, η LDCT αναμένεται να ενισχυθεί από νέες τεχνολογίες που θα αυξήσουν περαιτέρω την ακρίβειά της. Η υγρή βιοψία, μέσω ανίχνευσης κυκλοφορούντος καρκινικού DNA, μπορεί να αποκαλύψει μοριακές αλλαγές πολύ πριν εμφανιστούν ορατές βλάβες στην απεικόνιση.
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη ήδη μεταμορφώνει την ιατρική εικόνα, με αλγορίθμους που αναγνωρίζουν μικροσκοπικές βλάβες με εντυπωσιακή ακρίβεια. Συστήματα ανάλυσης κινδύνου συνδυάζουν κλινικά, συμπεριφορικά και γενετικά δεδομένα, δημιουργώντας εξατομικευμένα προφίλ πρόγνωσης.
Η μεγαλύτερη πρόκληση των επόμενων ετών είναι η ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε προγράμματα έγκαιρης διάγνωσης. Σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, ο προσυμπτωματικός έλεγχος δεν έχει ενσωματωθεί πλήρως σε εθνικές στρατηγικές.
Άτομα υψηλού κινδύνου (βαρείς καπνιστές, κάτοικοι περιοχών με υψηλή ρύπανση ή απομακρυσμένων περιοχών, άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας) δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση σε screening, γεγονός που οδηγεί σε ανισότητες στην επιβίωση.
Πρόκειται για ένα επιστημονικό ζήτημα με έντονες ηθικές και κοινωνικές διαστάσεις, που πρέπει να ενταχθεί στον δημόσιο διάλογο.
Συνολικά, η LDCT δεν είναι απλώς μια απεικονιστική μέθοδος. Είναι ένα εργαλείο δημόσιας υγείας με τη δύναμη να σώσει χιλιάδες ζωές.
Η ενημέρωση του πληθυσμού, η εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας και η ενσωμάτωσή της σε εθνικά προγράμματα πρόληψης αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ευρεία και ισότιμη αξιοποίησή της.
Κων/νος Νικ. Συρίγος
Καθηγητής Παθολογίας & Ογκολογίας
Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ





