Οι επενδύσεις για το ΑΙ ανεβαίνουν σε δυσθεώρητα ύψη

Σε έναν «αγώνα» εξεύρεσης εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων δείχνουν να βρίσκονται οι μεγάλοι «παίκτες» από το χώρο της τεχνολογίας -και όχι μόνο- προκειμένου να δημιουργήσουν τις υπολογιστικές υποδομές που είναι απαραίτητες προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες που δημιουργεί η ραγδαία εξάπλωση της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης (AI).
Η OpenAI έχει δημιουργήσει αρκετό «θόρυβο» τις τελευταίες εβδομάδες με τις συμφωνίες συνεργασιών που ανακοινώνει με εταιρείες όπως η Oracle, η Nvidia, η AMD και η Samsung, το συνολικό ύψος των οποίων εκτιμάται σε περίπου 1 τρισ. Δολάρια και αφορά ένα διάστημα 5 ετών. Το ποσό φαντάζει εντυπωσιακά υψηλό, όμως, είναι μάλλον λογικό αν αναλογιστεί κανείς ότι τελευταία έρευνα της Bain & Company εκτιμά ότι σε ετήσια βάση και μέχρι το 2030 απαιτούνται επενδύσεις ύψους 2 τρισ. Δολαρίων προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες που υπάρχουν ελέω του ΑΙ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η 6η ετήσια Παγκόσμια Έκθεση Τεχνολογίας της Bain δείχνει ότι μέχρι το 2030 οι παγκόσμιες ανάγκες σε πρόσθετη υπολογιστική ισχύ για το ΑΙ ενδέχεται να αγγίξουν τα 200 GW, με τις ΗΠΑ να είναι υπεύθυνες για το περίπου 50% του συνόλου των αναγκών. Με αυτό το δεδομένο γίνεται λίγο περισσότερο κατανοητό γιατί ακόμη και στην Ελλάδα ανακοινώνονται διαρκώς επενδύσεις σε data venters με χωρητικότητα υπολογιστικής ισχύος που είναι αρκετές εκατοντάδες MW. Και προφανώς η Ελλάδα είναι ένας μικρός «παίκτης» σε ένα τεράστιο οικοσύστημα που δημιουργείται, αν και η χώρα μας επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερο ειδικό βάρος.
Με την Ευρωπαϊκή Ένωση να ρίχνει μεγαλύτερο βάρος στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, η Ελλάδα κατάφερε να είναι μία από τις χώρες όπου θα δημιουργηθεί ένα από τα 7 AI Factories, όπως αποκαλούνται οι υποδομές που δημιουργούνται με ευρωπαϊκή και κρατική χρηματοδότηση για την ανάπτυξη σχετικών εφαρμογών και λύσεων.
Ο Pharos, όπως είναι η επωνυμία του ΑΙ Factory, αναμένεται να είναι έτοιμος στο δεύτερο μισό του 2026, όμως, δεν αποκλείεται να αποτελέσει απλά ένα πρώτο βήμα καθώς η Ελλάδα διεκδικεί και ένα από τα AI Gigafactories που θέλει να δημιουργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κομισιόν έχει κάνει γνωστό ότι θέλει να χρηματοδοτήσει 4-5 τέτοιου τύπου υποδομές με ένα συνολικό ποσό της τάξεως των 20 δισ. ευρώ αλλά το τεράστιο ενδιαφέρον που υπήρξε στις αρχές του καλοκαιριού με 76 εκδηλώσεις ενδιαφέροντος αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να αυξηθεί ο αριθμός.
Μία από τις υποψηφιότητες προέρχεται και από την Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα από τη ΔΕΗ, η οποία έχει ανακοινώσει την πρόθεση της για τη δημιουργία ενός τεράστιου data center στην Πτολεμαΐδα, το οποίο σε πρώτη φάση θα είναι της τάξεως των 300 MW και σε δεύτερο στάδιο θα μπορεί να φθάσει στο 1 GW. Μάλιστα, την περασμένη Παρασκευή υπήρξε κλειστή συνάντηση μετά από πρωτοβουλία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη και τη συμμετοχή κορυφαίων υπουργών με σκοπό να συζητηθεί το θέμα της διεκδίκησης ενός εκ των ευρωπαϊκών AI gigafactories.
Προφανώς, αν επιλεγεί η πρόταση της ΔΕΗ τότε θα προχωρήσει άμεσα και η δημιουργία της συγκεκριμένης υποδομής. Σημειωτέον πως η ΔΕΗ βρίσκεται σε αναζήτηση εταιρείας που έχει ανάγκη από τέτοιου είδους υποδομές, οι οποίες, προφανώς, είναι απαραίτητες μόνο σε όσους ασχολούνται εκτενώς με τις εφαρμογές ΑΙ.
Αξιοποιώντας το ΑΙ
Με δεδομένο ότι οι επενδύσεις για το ΑΙ κινούνται σε εντυπωσιακά υψηλά επίπεδα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναρωτιούνται αν τελικά αξίζει το κόπο. Προς το παρόν, τα αποτελέσματα είναι μεικτά. Η έρευνα της Bain αναφέρει ότι κορυφαίες εταιρείες έχουν ήδη περάσει από τη φάση του πειραματισμού, στη δημιουργία μετρήσιμων αποτελεσμάτων, αξιοποιώντας την ΤΝ σε κρίσιμες λειτουργίες τους με αποτέλεσμα την αύξηση της λειτουργικής κερδοφορίας του (EBITDA) κατά 10% έως 25% τα τελευταία δύο χρόνια. Ωστόσο, για την πλειονότητα των επιχειρήσεων σήμερα το ΑΙ παραμένει σε φάση πειραματισμού, μιας και αρκούνται σε μερικές βελτιώσεις παραγωγικότητας, σύμφωνα με την έκθεση.
Οι πιο προηγμένες τεχνολογικά εταιρείες επενδύουν σε δυνατότητες agentic AI, επιτυγχάνοντας ρυθμούς καινοτομίας χωρίς προηγούμενο. Στα επόμενα 3 – 5 χρόνια, το 5% έως 10% των τεχνολογικών δαπανών εκτιμάται ότι θα κατευθυνθεί στην ανάπτυξη τέτοιων δυνατοτήτων — όπως AI πλατφόρμες, πρωτόκολλα επικοινωνίας, πρόσβαση σε δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και λειτουργία μέσω AI Agents. Σε βάθος χρόνου, έως και το 50% των τεχνολογικών δαπανών των επιχειρήσεων θα μπορούσε να αφορά τη χρήση αυτών των ψηφιακών «βοηθών», σύμφωνα με τη Bain.
Όσο η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται, η μελέτη καταγράφει τέσσερα επίπεδα ωριμότητας μέσα από τα οποία οι κορυφαίες εταιρείες αναμένεται να αποκτήσουν σημαντικό προβάδισμα από τους ουραγούς. Το πρώτο είναι η αναζήτηση πληροφοριών με χρήση AI Agents που βασίζονται σε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs). Το δεύτερο είναι η εκτέλεση μεμονωμένων λειτουργιών μέσω agentic AI, το τρίτο ο συντονισμός AI Agents σε διαφορετικά συστήματα και το τέταρτο δημιουργία συστοιχιών πολλαπλών AI Agents. Σήμερα, το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη επενδυτική καινοτομία, προσφέροντας σε όσους τα αξιοποιούν ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Την ίδια στιγμή, πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις στις εταιρικές πληροφοριακές δομές τους, οι οποίες δεν είναι ακόμη σε θέση να υποστηρίξουν AI Agents που συνεργάζονται με ασφάλεια και λειτουργούν συντονισμένα σε πολλαπλές εφαρμογές και βάσεις δεδομένων για την αυτοματοποίηση διάφορων εργασιών που υλοποιούνται από ανθρώπους. Η Bain υπογραμμίζει ότι ένας κεντρικός σχεδιασμός είναι κρίσιμος, ωστόσο οι στόχοι κερδοφορίας και οι απαιτήσεις ασφαλείας θα οδηγήσουν σε άνιση πρόοδο όσον αφορά τα τέσσερα προαναφερθέντα επίπεδα ωριμότητας.





