Ποινή κάθειρξης έξι ετών και εγγύηση 20.000 ευρώ στον Χρήστο Μαυρίκη για τη δωροδοκία δικαστή

Ποινή κάθειρξης 6 ετών χωρίς αναστολή έως την έφεση και χρηματική εγγύηση 20.000 ευρώ για το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστήεπέβαλε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων στον Χρήστο Μαυρίκη, που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση των υποκλοπών το 1993.
Η υπόθεση αφορά στην απόπειρα δωροδοκίας αρεοπαγίτη, όταν του παρέδωσε επιστολή με την οποία του ζητείτο να παρέμβει σε εκκρεμή αστική υπόθεση, με παράλληλο υπαινιγμό για παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων (προμήθεια ένος εκατ. ευρώ).
Την ενοχή του κατηγορουμένου πρότεινε νωρίτερα και ο εισαγγελέας της έδρας Κωνσταντίνος Σιμιτζόγλου, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο είναι η προστασία της ανεξαρτησίας της δικαστικής κρίσης.
Όπως ανέφερε: «Αυτό που προστατεύεται είναι το αχρημάτιστο του έργου του δικαστή», διευκρινίζοντας ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν απαιτείται να υπάρξει αποτέλεσμα.
Το δικαστήριο έκανε δεκτή την εισαγγελική πρόταση και έκρινε ότι η αναφορά σε οικονομικό αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με το αίτημα παρέμβασης, τυποποιείται στο αδίκημα της δωροδοκίας, οδηγώντας στην καταδίκη του Χρήστου Μαυρίκη.
«Δεν υπάρχει μαντήλι να κλάψουμε»
Ο κατηγορούμενος στην απολογία του αρνήθηκε πλήρως την κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι το ποσό του 1.000.000 ευρώ που αναφερόταν στην επιστολή προς ανώτατο δικαστικό λειτουργό δεν αποτελούσε πρόταση χρηματισμού, αλλά πιθανή «μεσιτική αμοιβή» που θα λάμβανε ο ίδιος.
«Ούτε ιδιοκτήτης είμαι ούτε τίποτα, όχι 1.000.000, εδώ δεν υπάρχει μαντήλι να κλάψουμε», ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε: «Είναι τόσο αγνό το μυαλό μου που ούτε καν σκέφτηκα να δωροδοκήσω».
Στην απολογία του ο Χρήστος Μαυρίκης αναφέρθηκε και σε παλαιότερες δικαστικές εμπλοκές, σημειώνοντας: «Τα προβλήματα μου ξεκίνησαν το 1993 με τις υποκλοπές», ενώ πρόσθεσε ότι επιδιώκει εδώ και χρόνια την ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης.
Όπως είπε: «Είμαστε στην πέμπτη προσπάθεια. Αυτό που θέλω είναι να δικαστεί η υπόθεση στην ουσία και να ξεκαθαριστεί αν η έκταση ανήκει στο Δημόσιο ή όχι».
Η κατάθεση Λυμπερόπουλου
Στο δικαστήριο κατέθεσε ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, τότε αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, ο οποίος περιέγραψε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο, ο οποίος του ζήτησε να του παραδώσει φάκελο για υπόθεση που τον απασχολούσε.
«Του εξήγησα ότι δεν παραλαμβάνω φακέλους και ότι πρέπει να απευθυνθεί στη γραμματεία. Τελικά ήρθε στο γραφείο μου παρουσία συναδέλφων και μου παρέδωσε τον φάκελο», ανέφερε. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η επιστολή περιείχε αίτημα παρέμβασης σε εκκρεμή υπόθεση και κατέληγε στη φράση «σε κάθε περίπτωση είμαι υπόχρεος και υπάρχει τίμημα για τη μεσιτεία».
Ο ανώτατος δικαστικός λειτουργός σημείωσε ότι η διατύπωση αυτή υποδήλωνε πρόθεση επηρεασμού δικαστικής κρίσης, αναφέροντας:
«Ζητούσε από δικαστικό λειτουργό να παρέμβει σε υπόθεση του και άφηνε υπόσχεση ανταλλάγματος». Παράλληλα διευκρίνισε ότι η γνωριμία τους περιοριζόταν σε μια παλαιότερη συνάντηση το 2016, τονίζοντας ότι «δεν υπήρχε καμία σχέση μεταξύ εκείνης της γνωριμίας και της συγκεκριμένης υπόθεσης».
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο κατηγορούμενος επέμεινε ότι το επίμαχο ποσό δεν θα δινόταν σε δικαστή, λέγοντας:
«Ξέρετε πόσο είναι η μεσιτική αμοιβή; Αντιστοιχεί στο εκατομμύριο που συζητάμε, το οποίο δεν θα το έδινα εγώ αλλά θα το εισέπραττα». Απευθυνόμενος στον μάρτυρα υποστήριξε ότι στόχος του ήταν μόνο να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης: «Ζητούσα να μην απορριφθεί ως απαράδεκτη η αγωγή και να εξεταστεί στην ουσία».
Ο κ. Λυμπερόπουλος απάντησε ότι ακόμη και το αίτημα παρέμβασης είναι παράνομο, επισημαίνοντας: «Δεν είχατε λόγο να απευθυνθείτε σε εμένα και να αναφερθείτε σε οικονομικά μεγέθη». Σε σχετική ερώτηση του κατηγορουμένου αν το αίτημά του ήταν παράνομο, ο μάρτυρας απάντησε κατηγορηματικά: «Ναι, είναι παράνομο».





