Σε «κινούμενη άμμο» οι ιχθυοκαλλιέργειες: «Καταλύτης» η εξυγίανση της Avramar

Προχωρά, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, το σχέδιο διάσωσης της Avramar με την εταιρεία Aqua Bridge (που κρίθηκε ως προτιμητέος επενδυτής στη διαγωνιστική διαδικασία) και τη συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ της δεύτερης και των πιστωτριών τραπεζών.
Το σχέδιο εξυγίανσης της Avramar αναμένεται να κατατεθεί στο Πρωτοδικείο έως τις 31 Οκτωβρίου, ή το αργότερο μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ενώ όπως ανέφερε σε πρόσφατη ανακοίνωσή της η Aqua Bridge, την Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου «υπέγραψε συμφωνία – πλαίσιο και ένα χρονοδιάγραμμα (Term Sheet) με τους πιστωτές της Avramar».
Υπενθυμίζεται ότι το πλάνο της Aqua Bridge περιλαμβάνει «κούρεμα» δανείων σε ποσοστό 70% και νέα χρηματοδότηση της τάξης των 60 εκατ. ευρώ.
Η απόφαση αναμένεται να βγει σε 3 με 12 μήνες μετά την κατάθεση του σχεδίου, κάτι που θα εξαρτηθεί από τις ενστάσεις που ενδεχομένως γίνουν αλλά και από τις κύριες παρεμβάσεις που έχει δικαίωμα να κάνει ο προηγούμενος μέτοχος με καλύτερη πρόταση.
Πάντως, η διάσωση της Avramar αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη μελλοντική πορεία ολόκληρου του κλάδου της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας δεδομένου ότι η παραγωγή της αγγίζει τις 55.000 με 60.000 τόνους, απασχολεί περί τους 2.000 εργαζόμενους και οι υποχρεώσεις του ξεπερνούν τα 400 εκατ. ευρώ.
Κι όλα αυτά σε μία εγχώρια αγορά που λόγω διάφορων προβλημάτων την τελευταία τριετία έχει μειωθεί κατά 5% στους 115-120.000 τόνους.
Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, η Avramar δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο αυτή τη στιγμή καθώς έχει επαρκές απόθεμα για να αντέξει ακόμα τουλάχιστον για ένα χρόνο χωρίς χρηματοδότηση, ενώ το 2025 αναμένεται να γυρίσει σε κερδοφορία σε επίπεδο EBITDA.
Οι ελλείψεις, ο τουρκικός ανταγωνισμός και οι εξαγωγές άνω των 650 εκατ. ευρώ
Σε ότι αφορά την αρνητική πορεία συνολικά του κλάδου στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αυτή έχει ως κύριες αιτίες την έλλειψη ενός σταθερού, σύγχρονου και ανταγωνιστικού θεσμικού πλαισίου που θα ενισχύσει τη λειτουργία των υφιστάμενων επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με την απουσία ενός ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού και την γραφειοκρατία. Όλα αυτά αναστέλλουν τις προσπάθειες για νέες στρατηγικές επενδύσεις στον κλάδο.
Η απουσία χωροταξικού σχεδιασμού, συγκεκριμένα, εμποδίζει την αναπτυξιακή στρατηγική της ΕΛΟΠΥ, καθώς από το 2015 και ύστερα από δύο διαδοχικές παρατάσεις, έχουν ιδρυθεί μόνο 7 από τις 23 Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ). Η καθυστέρηση αυτή δεν «φρενάρει» μόνο τον κλάδο, αλλά και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, υπονομεύοντας τους στόχους ανάπτυξης που έχουν τεθεί στα Πολυετή Αναπτυξιακά Σχέδια.(ΠΟΑΥ).
Παρόλα αυτά οι 22 εταιρείες- μέλη του ΕΛΟΠΥ, του κύριου φορέα ανάπτυξης της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας κάνουν εξαγωγές που ξεπερνούν τα 650 εκατ. ευρώ ετησίως.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 80% της ελληνικής παραγωγής κατευθύνεται σε 36 χώρες εκ των οποίων οι 20 είναι εντός Ε.Ε και οι 16 είναι τρίτες χώρες.
Επίσης, σύμφωνα με στοιχεία του ΕΛΟΠΥ, ο κλάδος δημιουργεί πάνω από 12.000 θέσεις άμεσες και έμμεσες θέσεις απασχόλησης στις 11 από τις 13 περιφερειακές ενότητες. Δεν είναι μόνο η αξία των πωλήσεων και ο όγκος των εξαγωγών, αλλά η συνολικά προστιθέμενη αξία του κλάδου σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες και υπηρεσίες που εξαρτώνται ή αναπτύσσονται χάρη στην ιχθυοκαλλιέργεια.
Ωστόσο, ο κλάδος δέχεται τα τελευταία χρόνια, ολοένα και μεγαλύτερη πίεση από τον τουρκικό ανταγωνισμό, ο οποίος αξιοποιεί κρατικές ενισχύσεις και επιθετική εξαγωγική πολιτική.
Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου για να πάρει μία μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας άδεια λειτουργίας πρέπει να περάσει από συνολικά 17 υπουργεία και υπηρεσίες, δύο υπηρεσιακά συμβούλια, να υπογράψουν δύο υπουργοί και μετά η απόφαση να περάσει και από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Αν δεν λυθεί το σαθρό νομικό πλαίσιο που διέπει αυτή τη στιγμή τις ιχθυοκαλλιέργειες, ο κλάδος δεν θα μπορέσει να αναπτυχθεί καθώς, όπως αναφέρουν εκπρόσωποι του, είναι πολύ δύσκολο για νέους επενδυτές να μπούνε στο χώρο υπό αυτές τις συνθήκες.





