Πώς η συνάντηση με τον Σι στην Κίνα επαναφέρει τον Τραμπ στη «σκληρή» πραγματικότητα

Αυτό γιατί σε βασικά ζητήματα όπως το Ιράν και η Ταϊβάν, η Κίνα δεν υποχώρησε καθόλου με αποτέλεσμα να διαψευστούν στην πράξη οι μεγάλες προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί από την αμερικανική πλευρά.
Από την οπτική γωνία των ΗΠΑ, το άμεσο αποτέλεσμα της συνόδου κορυφής του με τον Κινέζο πρόεδρο Σι ήταν πενιχρό: καμία μεγάλη πρόοδος, αλλά μια απλή σταθεροποίηση των σχέσεων και μια ευρεία προσπάθεια να αποτραπεί η κλιμάκωση του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων.
«Δεν έχεις την αίσθηση ότι έχουν επιτευχθεί πολλά», δήλωσε ο Χέλμουτ Μπραντστέτερ, φιλελεύθερος βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από την Αυστρία, ο οποίος έχει καλές σχέσεις με Κινέζους διπλωμάτες, σύμφωνα με το Euronews.
«Ο Τραμπ δεν πέτυχε τίποτα οικονομικά, ούτε έχει κάνει τίποτα για τον υπόλοιπο κόσμο», πρόσθεσε.
Τα αγκάθι του Ιράν
Την Πέμπτη (14/5), ο Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξή του στο Fox News ότι ο Σι προσφέρθηκε «να βοηθήσει» στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και δεσμεύτηκε να μην στείλει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν, ωστόσο η κινεζική πλευρά δεν έκανε κανένα σχόλιο επ’ αυτού.
Η σιωπή του Πεκίνου έχει μεγάλη σημασία καθώς όλοι ξέρουν ότι πολλές φορές αυτά που δεν λέγονται δείχνουν τι πραγματικά συμβαίνει στο παρασκήνιο.
Πριν από τη σύνοδο κορυφής, ο Τραμπ ήλπιζε σε κινεζικές πιέσεις στον Ιρανό σύμμαχό του για να βρεθεί μια λύση για τον τερματισμό της σύγκρουσης, αλλά αυτό δεν υλοποιήθηκε προσώρας τουλάχιστον.
«Είναι πολύ πιθανό οι Κινέζοι να ασκήσουν ανεπαίσθητη επιρροή στους Ιρανούς τις επόμενες εβδομάδες, αλλά ελάχιστες από αυτές θα γίνουν γνωστές», δήλωσε ο Ίαν Λέσερ, διακεκριμένος ερευνητής στο Γερμανικό Ταμείο Μάρσαλ.
Η στάση απέναντι στην Ταϊβάν
Το άλλο μεγάλο γεωπολιτικό ζήτημα, ειδικά για το Πεκίνο, είναι η Ταϊβάν, ένα θέμα που η αμερικανική πλευρά ανέφερε ελάχιστα.
Ωστόσο, οι Κινέζοι εξέδωσαν δήλωση λέγοντας ότι ο Σι «τόνισε στον πρόεδρο Τραμπ ότι το ζήτημα της Ταϊβάν είναι το πιο σημαντικό ζήτημα στις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ» και θα μπορούσε να οδηγήσει σε εντάσεις, ακόμη και σε σύγκρουση, αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά.
Η Ταϊβάν, μόλις 80 χιλιόμετρα από τις ακτές της Κίνας, αποτελεί εδώ και καιρό σημείο ανάφλεξης στις σινοαμερικανικές σχέσεις, με το Πεκίνο να αρνείται να αποκλείσει τη χρήση στρατιωτικής βίας για να αποκτήσει τον έλεγχο του νησιού και τις ΗΠΑ να δεσμεύονται από το νόμο να της παράσχουν τα μέσα αυτοάμυνας.
Ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος συνόδευσε τον Τραμπ στο ταξίδι, προσπάθησε αργότερα να υποβαθμίσει τη σημασία της κινεζικής προειδοποίησης για την Ταϊβάν.
«Η πολιτική των ΗΠΑ στο ζήτημα της Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη», δήλωσε στο NBC News. Οι Κινέζοι «πάντα το θέτουν… πάντα ξεκαθαρίζουμε τη θέση μας και προχωράμε», πρόσθεσε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποτελέσει εστία έντασης. «Όσον αφορά την Ταϊβάν, το μεγάλο ερώτημα είναι: θα κάνει ο Σι το βήμα ή όχι;», διερωτάται με τη σειρά του ο Μπραντστέτερ.
«Όσο οι Κινέζοι συνεχίζουν να αγοράζουν τσιπ που κατασκευάζονται στην Ταϊβάν, δεν θα επιτεθούν», πρόσθεσε. «Επιπλέον, οι Ταϊβανέζοι είναι πολύ καλά εξοπλισμένοι στρατιωτικά και θα ήταν κάθε άλλο παρά εύκολη λεία για το Πεκίνο», κατέληξε.
Ο υψηλός πήχης για συμφωνίες
Πριν από τη σύνοδο κορυφής, ο Τραμπ είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι, με την πολυπληθή συνοδεία του από κορυφαίους Αμερικανούς επιχειρηματίες, θα έφερνε στην πατρίδα του σημαντικά συμβόλαια για την οικονομία της χώρας του. Αλλά αυτό δεν συνέβη.
Παρόλο που ο πρόεδρος της Κίνας συμφώνησε να αγοράσει 200 αεροσκάφη Boeing, ο αριθμός αυτός ήταν πολύ χαμηλότερος από τα 500 που είχε ανακοινώσει ο Τραμπ στο παρελθόν.
Η απογοήτευση αποτυπώθηκε στην αντίδραση των επενδυτών στις ΗΠΑ με τις μετοχές της Boeing να υποχωρούν κατά 4% στη Wall Street.
Η μεγάλη παραγγελία της Boeing ήταν μία από τις σχεδόν βέβαιες επιχειρηματικές συμφωνίες. Ωστόσο, όταν ο Τραμπ έφυγε από την Κίνα ήταν η μόνη σημαντική συμφωνία που ανακοινώθηκε.
Η τελευταία μεγάλη παραγγελία της χώρας στη Boeing ήταν κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού του Τραμπ στο Πεκίνο τον Νοέμβριο του 2017, όταν η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 300 αεροσκάφη.
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών επιδεινώθηκαν μετά από αυτό και οι παραγγελίες της Boeing από την Κίνα σταμάτησαν.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους και οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει για την πώληση γεωργικών προϊόντων. Λεπτομέρειες για αυτό το θέμα δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα ενώ δεν υπήρχαν σημάδια για κάποια πρόοδο στην πώληση τσιπ Nvidia στην Κίνα.
Συνεχίζεται η «εμπορική εκεχειρία»
Θετικό θεωρείται το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές συμφώνησαν να εργαστούν για να διατηρήσουν και να επεκτείνουν την εύθραυστη «εμπορική εκεχειρία» που επιτεύχθηκε μετά τον πόλεμο των δασμών του περασμένου έτους.
Οι δύο ηγέτες συζήτησαν, μεταξύ άλλων, μηχανισμούς για τη διαχείριση μελλοντικών δασμολογικών διαφορών και ελέγχους εξαγωγών.
Ενώ ο Τραμπ και ο Σι μπορεί να έχουν σταθεροποιήσει τις οικονομικές και εμπορικές τους σχέσεις, οι γεωπολιτικές διαφορές μόλις που συγκαλύφθηκαν, τουλάχιστον δημόσια.
Στο επίσημο δείπνο και οι δύο ηγέτες επαίνεσαν ο ένας τον άλλον με ενθουσιασμό. Ο Σι περιέγραψε τη συνάντηση ως «ορόσημο», ενώ ο Τραμπ μίλησε για «δυο υπέροχες μέρες» κατά τις οποίες επιτεύχθηκαν «φανταστικές εμπορικές συμφωνίες».
Ωστόσο, τα κοινά στοιχεία φάνηκαν να τελειώνουν εκεί.
Λίγο πριν από την τελική συνάντηση Τραμπ – Σι την Παρασκευή (15/5), ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας εξέδωσε μια απερίφραστη δήλωση στην οποία περιέγραφε την απογοήτευσή του για τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν.
«Αυτή η σύγκρουση, η οποία δεν έπρεπε ποτέ να είχε συμβεί, δεν έχει κανένα λόγο να συνεχιστεί», ανέφερε το υπουργείο, προσθέτοντας ότι η Κίνα υποστηρίζει τις προσπάθειες για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας σε έναν πόλεμο που είχε επηρεάσει σοβαρά τον ενεργειακό εφοδιασμό και την παγκόσμια οικονομία.
Οι επιπτώσεις για την Ευρώπη
Για τους Ευρωπαίους ηγέτες που παρακολούθησαν με νευρικότητα τη σύνοδο κορυφής, το απογοητευτικό αποτέλεσμα θα πρέπει να αποτελεί λόγο ανακούφισης, καθώς δεν ειπώθηκε τίποτα που θα έθετε την ΕΕ στο περιθώριο οικονομικά, σύμφωνα με την Λινγκ Τσεν, αναπληρώτρια καθηγήτρια στη Σχολή Προηγμένων Διεθνών Σπουδών (SAIS) του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.
«Η ΕΕ δεν περιθωριοποιείται οικονομικά επειδή είναι ένας σημαντικός οικονομικός εταίρος τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την Κίνα, ειδικά καθώς οι δύο μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται στρατηγικά», πρόσθεσε. «Η ΕΕ είναι επίσης μια ουσιαστική αγορά για τα πράσινα ενεργειακά προϊόντα της Κίνας», κατέληξε.





