ΤτΕ: Διαπιστώνει μεγάλη συγκέντρωση της ασφαλιστικής αγοράς – Η πορεία 6μήνου 2025

Κι αυτό καθώς οι πέντε μεγαλύτερες εξ αυτών κατέχουν το 87% της σχετικής αγοράς, σε όρους τεχνικών προβλέψεων, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, σε όρους ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων, κατέχουν μερίδιο που ανέρχεται σε 61% της σχετικής αγοράς.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την Μελέτη Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σύμφωνα με αυτά η παραγωγή ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων στις ασφαλίσεις ζωής το πρώτο εξάμηνο του 2025 ανήλθε σε 1,4 δισεκ. ευρώ, μειωμένη κατά 4% συγκριτικά με το πρώτο εξάμηνο του 2024. Από το ανωτέρω ποσό, 0,6 δισεκ. ευρώ αφορά συμβόλαια που συνδέονται με επενδύσεις, ποσοστό 45% επί των συνολικών ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων δραστηριοτήτων ζωής, έναντι 44% το πρώτο εξάμηνο του 2024, καταγράφοντας μείωση 3% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2024.
Παράλληλα, πτώση κατέγραψαν τα ακαθάριστα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα των ασφαλίσεων με συμμετοχή στα κέρδη κατά 4% και των λοιπών ασφαλίσεων ζωής κατά 23%.
Τα ασφάλιστρα των δραστηριοτήτων ασφαλίσεων κατά ζημιών ανήλθαν την ίδια περίοδο σε 1,4 δισεκ. ευρώ, αυξημένα κατά 11% συγκριτικά με το πρώτο εξάμηνο του 2024. Από το ποσό αυτό, σημαντικό μερίδιο αποτελούν οι ασφαλίσεις αστικής ευθύνης χερσαίων οχημάτων (29%), οι ασφαλίσεις πυρός (21%) και οι ασφαλίσεις νοσοκομειακών εξόδων (18%), με μεταβολές ασφαλίστρων έναντι του πρώτου εξαμήνου του 2024 κατά +7%, +13% και +14% αντίστοιχα. Το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι επισυμβάσες αποζημιώσεις, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι αντασφαλιστικές ανακτήσεις, ανήλθαν σε 1,2 δισεκ. ευρώ για τις ασφαλίσεις ζωής και σε 0,6 δισεκ. ευρώ για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 4% και μείωση κατά 13% αντίστοιχα.
Όσον αφορά τις ασφαλίσεις κατά ζημιών, ο δείκτης ζημιών (loss ratio) της αγοράς το πρώτο εξάμηνο του 2025 ανήλθε στο 54% (έναντι 51% το 2024), ενώ ο δείκτης εξόδων (διαχείρισης και προμηθειών) ανήλθε στο 43% (έναντι 47% το 2024).
Στα 21,5 δισ. το σύνολο ενεργητικού
Το σύνολο του ενεργητικού των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος ασφαλιστικών επιχειρήσεων διαμορφώθηκε σε 21,5 δισεκ. ευρώ τον Ιούνιο του 2025, οριακά αυξημένο κατά 1% σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2024. Από το σύνολο του ενεργητικού, 7,4 δισεκ. ευρώ (34%) ήταν τοποθετημένα σε κρατικά ομόλογα και 3 δισεκ. ευρώ (14%) σε εταιρικά ομόλογα.
Όσον αφορά την πιστοληπτική διαβάθμιση αυτών, το 98% των κρατικών ομολόγων και αντίστοιχα το 88% των εταιρικών ομολόγων ήταν πιστοληπτικής διαβάθμισης BB- και πάνω. Επιπλέον, ποσό 5,7 δισεκ. ευρώ (26%) αφορούσε επενδύσεις για ασφαλίσεις των οποίων τον επενδυτικό κίνδυνο φέρουν οι ασφαλισμένοι. Αντίστοιχα, τον Ιούνιο του 2025 οι συνολικές υποχρεώσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ανήλθαν σε 17,4 δισεκ. ευρώ (από 17,5 δισεκ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2024), με το σύνολο των τεχνικών προβλέψεων να διαμορφώνεται σε 15,7 δισεκ. ευρώ για την ίδια περίοδο (από 15,8 δισεκ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2024), εκ των οποίων 12,1 δισεκ. ευρώ αφορούσαν ασφαλίσεις ζωής και 3,6 δισεκ. ευρώ ασφαλίσεις κατά ζημιών.
Από τις τεχνικές προβλέψεις ζωής, το 42% αφορά ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις (έναντι 40% το Δεκέμβριο του 2024).
Όσον αφορά την ποιότητα των επιλέξιμων κεφαλαίων της ασφαλιστικής αγοράς, αυτά ταξινομούνται στην υψηλότερη κατηγορία ποιότητας (Κατηγορία 1) σε ποσοστό 93%. Παράλληλα, όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν δείκτη κάλυψης κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας (SCR ratio) σημαντικά υψηλότερο του 100% .
Η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση (Minimum Capital Requirement – MCR) στο σύνολο της ασφαλιστικής αγοράς διαμορφώθηκε σε 0,8 δισεκ. ευρώ, με τα αντίστοιχα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια να ανέρχονται σε 3,7 δισεκ. ευρώ
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις παρουσίασαν μικτές μεταβολές στο ποσοστό κάλυψης του SCR το πρώτο εξάμηνο του 2025, ωστόσο όλες παραμένουν φερέγγυες. Οι κίνδυνοι που αναλαμβάνουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις συνδέονται με τις ασφαλιστικές τους εργασίες και με τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται μέσω του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου.
Όπως προκύπτει από την ανάλυση της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας, οι κίνδυνοι αυτοί για το 2024 δεν παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές. Οι κίνδυνοι των ασφαλιστικών εργασιών για τις επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν εργασίες ασφαλίσεων ζωής, ως εκ της φύσεως των προϊόντων που διαθέτουν, είναι περισσότερο μακροχρόνιοι και εμπεριέχουν συνήθως μεγαλύτερο επιτοκιακό κίνδυνο και εν γένει κίνδυνο αγοράς.
Στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι είναι κυρίως βραχυχρόνιοι, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται χρόνος μέχρι τον πλήρη διακανονισμό των απαιτήσεων ασφάλισης, και αφορούν κυρίως καταστροφικούς κινδύνους, όπως σεισμού ή πυρκαγιάς. Επιπλέον, τόσο για τις εργασίες ασφαλίσεων ζωής όσο και για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών, σημαντικοί θεωρούνται ο κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλομένου, καθώς και ο λειτουργικός κίνδυνος, ο οποίος συνδέεται συνολικά με την, επιτυχή ή μη, επιχειρησιακή λειτουργία της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Το 2024 ο κίνδυνος αγοράς, ο οποίος αφορά κυρίως τους κινδύνους μετοχών και πιστωτικών περιθωρίων, καθώς και ο ασφαλιστικός κίνδυνος παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητοι σε σύγκριση με το 2023. Σημειώνεται ότι η ανάλυση κινδύνων που παρουσιάζεται στα παρακάτω διαγράμματα αφορά την καθαρή Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, ήτοι μετά την επίπτωση της αντασφάλισης,72 η οποία είναι σημαντική κυρίως για τους καταστροφικούς κινδύνους (κλάδοι πυρός σεισμού).
Ανάλυση των κινδύνων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων
Από την ανάλυση των κινδύνων για το σύνολο της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς, την τελευταία διετία παρατηρείται οριακή μείωση του κινδύνου αγοράς, οριακή αύξηση του κινδύνου ασφαλίσεων ζωής, ενώ οι κίνδυνοι ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ασθενείας παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητοι
Την τριετία 2022-2024 παρατηρείται αύξηση του κινδύνου αγοράς, καθώς και του κινδύνου ασφαλίσεων κατά ζημιών. Ο κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλομένου, ο κίνδυνος ασφαλίσεων ζωής, όπως και το όφελος διαφοροποίησης παρουσίασαν μείωση. Ο λειτουργικός κίνδυνος παρέμεινε αμετάβλητος, ενώ ο κίνδυνος ασθενείας παρουσίασε μικρή διαφοροποίηση.
Ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών
Στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών, ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν ο ασφαλιστικός, ο οποίος συνεισέφερε κατά 63% (από 63,3% το 2023) στη διαμόρφωση του προφίλ κινδύνου τους, ενώ αμέσως επόμενος σε μέγεθος ήταν ο κίνδυνος αγοράς, ο οποίος συνεισέφερε στη διαμόρφωση του προφίλ κινδύνου τους κατά 47,5% (από 47,3% το 2023).
Επόμενος κατά σειρά σημαντικότητας ήταν ο κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλομένου, με συνεισφορά 7,3%, παραμένοντας αμετάβλητος σε σχέση με το 2023, ενώ ο λειτουργικός κίνδυνος διατηρήθηκε αρκετά μικρός, περίπου στο 6,2%, από 6,3% το προηγούμενο έτος. Τέλος, τα οφέλη από τη διαφοροποίηση των κινδύνων βελτίωσαν το προφίλ κινδύνου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς μείωσαν τον κίνδυνο κατά 26,1%.
Ωστόσο, σημαντικές διαφοροποιήσεις διαπιστώνονται μεταξύ των επιμέρους ασφαλιστικών επιχειρήσεων κατά ζημιών. Συγκεκριμένα, παρατηρείται μεγάλη ανομοιογένεια στο προφίλ κινδύνου και ιδιαίτερα στον κίνδυνο αγοράς και στον κίνδυνο ασφαλίσεων κατά ζημιών, όπου τα ποσοστά συνεισφοράς των συγκεκριμένων κινδύνων στο προφίλ κινδύνου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων κυμάνθηκαν από 8,4% μέχρι 83,5% και από 26% μέχρι 77% αντίστοιχα.
Ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής
Στις δύο ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν αποκλειστικά ασφαλίσεις ζωής, ο μεγαλύτερος κίνδυνος το 2024 ήταν ο κίνδυνος αγοράς, με ποσοστό 90,3%, ο οποίος παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το 2023 (90,5%), ενώ αμέσως επόμενος σε μέγεθος ήταν ο ασφαλιστικός κίνδυνος με 10,6%, από 11,3% το προηγούμενο έτος (βλ. Διάγραμμα V.13). Ο κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλομένου μειώθηκε σε 2,1%, από 2,4% το 2023, ενώ ο λειτουργικός κίνδυνος αυξήθηκε σε 4,6%, από 4,3% το προηγούμενο έτος. Ο κίνδυνος ασθενείας αυξήθηκε σε 4,6% το 2024, από 3,7% το 2023. Τέλος, τα οφέλη από τη διαφοροποίηση των κινδύνων παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα σε σχέση με το προηγούμενο έτος στο 12,1% το 2024, έναντι 12,2% το 2023. Αντίστοιχα, διαφοροποιήσεις διαπιστώνονται μεταξύ των επιμέρους ασφαλιστικών επιχειρήσεων ζωής
Ασφαλιστικές επιχειρήσεις μικτής δραστηριότητας
Στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ταυτόχρονα ασφαλίσεις ζωής και κατά ζημιών (ασφαλιστικές επιχειρήσεις μικτής δραστηριότητας), η συνεισφορά των επιμέρους κινδύνων στο προφίλ κινδύνου τους διαφοροποιήθηκε σημαντικά. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν ο κίνδυνος αγοράς, καθώς συνεισέφερε κατά 42% τόσο το 2024 όσο και το προηγούμενο έτος, ενώ οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι κατά ζημιών, ζωής και ασθενείας συνεισέφεραν σε ποσοστό 35,8%, 22,1% και 25,4% (από 37,2%, 20,6% και 25,1% αντίστοιχα το 2023).
Επιπλέον, ο κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλομένου παρέμεινε υψηλός στο 9,1%, καταγράφοντας μικρή μείωση σε σχέση με το 2023 (9,4%). Τα οφέλη από τη διαφοροποίηση ήταν αρκετά σημαντικά και μείωσαν τον κίνδυνο κατά 43%, καθώς οι επιχειρήσεις αυτές είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες ανάληψης ασυσχέτιστων ή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αρνητικά συσχετισμένων κινδύνων. Η σύγκριση μεταξύ των μεμονωμένων μικτών ασφαλιστικών επιχειρήσεων δείχνει μεγάλη ανομοιογένεια. Αυτή προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι στις επιχειρήσεις μικτής δραστηριότητας εντάσσονται και οι εταιρίες ζωής που αναλαμβάνουν κινδύνους ασθενείας του κλάδου ζημιών, ενώ σημαντικός αριθμός μικτών επιχειρήσεων αναλαμβάνει κατά κύριο λόγο κινδύνους ασφαλίσεων κατά ζημιών. Ομοίως, η μεγάλη ανομοιογένεια που εμφανίζει ο κίνδυνος ασφαλίσεων ζωής οφείλεται στο μικρό αριθμό επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν σημαντικό κίνδυνο ζωής
Συγκριτικά, ανά είδος ασφαλιστικής επιχείρησης, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για το 2024 ήταν ο κίνδυνος ασφαλίσεων κατά ζημιών και ο κίνδυνος αγοράς
Ο κίνδυνος αγοράς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων
Ο κίνδυνος αγοράς αποτέλεσε το 52,6% του συνολικού κινδύνου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και εμφάνισε μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά είδος ασφαλιστικής επιχείρησης και ανά ειδική κατηγορία κινδύνου
Από την ανάλυση της κατανομής του κινδύνου αγοράς για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών διαπιστώνεται ότι το 2024 αυτές παρουσίασαν τη μεγαλύτερη έκθεση στον κίνδυνο μετοχών, ήτοι 45,7% επί του συνολικού κινδύνου τους, από 39,3% το 2023, και στους κινδύνους συγκέντρωσης (36%), πιστωτικών περιθωρίων (23,2%) και ακινήτων (24,5%)
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ζωής ήταν ο κίνδυνος μετοχών (68,4%), ο οποίος παρουσίασε σημαντική αύξηση το 2024 σε σύγκριση με το 2023 (54,5%), ακολουθούμενος από τον κίνδυνο συγκέντρωσης και τον κίνδυνο πιστωτικών περιθωρίων, οι οποίοι ανήλθαν αντίστοιχα στο 50%, από 67,4%, και στο 15,3%, από 15,9% το προηγούμενο έτος αντίστοιχα.
Επίσης, ο κίνδυνος επιτοκίου παρέμεινε σε χαμηλό επίπεδο, ο κίνδυνος ακινήτων ήταν σχεδόν μηδενικός, ενώ ο συναλλαγματικός κίνδυνος υποχώρησε στο 11,2% το 2024, από 12,9% το 2023 και 19,4% το 2022.
Τέλος, αναφορικά με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις μικτής δραστηριότητας, αυτές παρουσίασαν μεγάλη ανομοιομορφία ως προς την έκθεσή τους στους κινδύνους αγοράς, καθώς ορισμένες εμφάνισαν σχεδόν μηδενική έκθεση σε κάποιο κίνδυνο, ενώ άλλες παρουσίασαν αρκετά μεγάλη έκθεση. Στις επιχειρήσεις αυτές, ο μεγαλύτερος εκ των κινδύνων αγοράς το 2024 ήταν ο κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων με ποσοστό 41%, έναντι 41,9% το 2023, και ακολούθησε ο κίνδυνος μετοχών με ποσοστό 37%, έναντι 30,2% το 2023.
Η διάρθρωση της αγοράς
To πρώτο εξάμηνο του 2025 δεν παρατηρήθηκαν αξιόλογες μεταβολές στη διάρθρωση της ελληνικής αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης, με 34 ασφαλιστικές επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται σε αυτήν. Οι επιχειρήσεις αυτές κατηγοριοποιούνται βάσει της άδειας λειτουργίας και των ασφαλιστικών τους εργασιών ως εξής:
- δύο επιχειρήσεις ασφαλίσεων ζωής,
- 19 επιχειρήσεις ασφαλίσεων κατά ζημιών και
- 13 επιχειρήσεις που ασκούν ταυτόχρονα δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής και ασφαλίσεων κατά ζημιών (συμπεριλαμβάνονται επιχειρήσεις του κλάδου ζωής που, εκ των ασφαλίσεων κατά ζημιών, ασκούν αποκλειστικά αυτές των κλάδων “Ατυχήματα” και “Ασθένειες”).
Από τις ως άνω 34 ασφαλιστικές επιχειρήσεις, 31 λειτουργούν και εποπτεύονται σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία “Φερεγγυότητα II” (Solvency II), που εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) από 1.1.2016, ενώ τρεις επιχειρήσεις εξαιρούνται, λόγω μεγέθους, από την εφαρμογή ορισμένων απαιτήσεων που αφορούν και τους τρεις βασικούς πυλώνες της Φερεγγυότητας ΙΙ (Solvency II).
Εκ των 31 ασφαλιστικών επιχειρήσεων που υπόκεινται στις διατάξεις της Φερεγγυότητας II, οι 11 ανήκουν σε ασφαλιστικούς ομίλους με έδρα στο εξωτερικό και πέντε ανήκουν σε ασφαλιστικούς ομίλους που υπόκεινται στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Επίσης, οκτώ ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται σε άλλες χώρες της ΕΕ με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (European Insurance and Occupational Pensions Authority), δραστηριότητα στην Ελλάδα, με καθεστώς είτε ελεύθερης εγκατάστασης (υποκατάστημα) είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ασκούσαν το Δεκέμβριο του 2024 και 186 ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ66 και εποπτεύονται, ως προς τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των χωρών καταγωγής τους.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, έχει επιτρέψει σε 3 ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πληρούν τα απαιτούμενα κριτήρια μεγέθους και εργασιών να εξαιρεθούν από ορισμένες διατάξεις της Φερεγγυότητας ΙΙ σχετικά με τις απαιτήσεις για τη φερεγγυότητα, το σύστημα διακυβέρνησης και τη δημοσιοποίηση εκθέσεων και αναφορών. Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ)/European Insurance and Occupational Pensions Authority (EIOPA).
Το 2024 η ετήσια παραγωγή ασφαλίστρων των επιχειρήσεων αυτών ανερχόταν σε 416 εκατ. ευρώ για τα υποκαταστήματα και σε 1.090 εκατ. ευρώ για δραστηριότητα μέσω ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 6% και 16% επί του συνόλου της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς.
Επισημαίνεται ότι οι επιχειρήσεις αυτές έχουν μεγάλο μερίδιο αγοράς στον τομέα ασφάλισης αστικής ευθύνης χερσαίων οχημάτων, αν και το πρώτο εξάμηνο του 2025 το μερίδιό τους μειώθηκε λίγο (σε πλήθος οχημάτων) και διαμορφώθηκε σε 20%, από 22% το Δεκέμβριο του 2024.
Τα οικονομικά μεγέθη που παρουσιάζονται αφορούν μόνο τις 31 επιχειρήσεις που υπόκεινται στην, κατά Φερεγγυότητα ΙΙ, χρηματοοικονομική εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.





